Top Definition
A male member of the business class

that has been reduced in stature
to the level of a shrew,
or one who is henpecked;
not to be confused with a shrewd one.

Abbr: shrew'd
"That Wally was a shrewed businessman!"

"Yup, built hisself quite a empyre!"
από Healing Practitioner17b 17 Ιούνιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×