Top Definition
The act of staying up all night long after the party is long over and everyone else is passed out from intoxication.
Damnn, Scotty why you gotta be shrupin' it's 5:30 in the morning!!
από Silly Killy 7 Αύγουστος 2008
5 Words related to shrupin'

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×