(n) 1. A complete retard both mentaly and socially. 2. Someone who acts like a total wuss. 3. A complete loser and complainer.
Wow, I'm embarrassed to be seen with a Shtyken
από theman 6 Οκτώβριος 2004
(adj) To be hated by every member of the human race past, present, and future simply for being such a sad addition to the human gene pool.
That Nazi is almost as bad as a Shtyken
από prankster 25 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×