Top Definition
alt. sp.: shwance; schwoahnse; schwohnse, IPA: /ʃwɑ̃nsɛ/

eth. Derived from French-German pro wrestler Pfärd E. Shwance 1880 - 1944

Anything; universally applicable word.
"Alors on Shwance" - Stromae
από Ed von Schleck 14 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×