Top Definition
Is the act of unloading your unholy water gently on the face of a sleeping beauty. Most girls can appreciate the effort you put in not waking them up while performing.
"She woke up with some silent cream on her face, I hope she know's who did it."

"I silent creamed my date last night before I snuck out and went home."
από Fredje Frederik 22 Νοέμβριος 2009
5 Words related to silent cream

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.