Top Definition
adv. - to do at the same time.
I masturbate and watch porn simultaneously.
#time #together #both #apart #arrhythmic #rhythmic
από Masterion 2 Αύγουστος 2011
5 Words related to simultaneously
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×