to be freaked out, weirded out, revolted by or generally turned-off by something or someone
I was completely skeeved by his deformed cock.
από enitsirk 27 Ιανουάριος 2003
Grossed out, disgusted, to get a sketchy feeling about a situation. Originates from the Italian word "schifo" which means disgust.
"The Italian men whistling at Ally skeeved us to the point that we left the piazza"
από N. Giuliano 20 Μάρτιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×