Top Definition
1. A skanky or sleezy woman lacking sexual morals.
2. Having a loose or overly spacious vagina.
After I hollered at a skeezybucketnut, she immediately came up to my room where she proceeded to smile like a doughnut.
από Joe, Nic, Les, Dan, Nate 6 Απρίλιος 2006
10 Words related to skeezybucketnut

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.