Top Definition
noun: A sexually promiscous non-hebrew female, generally tackily dressed and loudly smacking her chewing gum;
a cross between skank and shiksa
Crystal needs to get her greasy south shore claws off Seth. Ira said she's nothing but a cheap skiksa.
από dillpickle 27 Μάρτιος 2008
6 Words related to skiksa

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.