Top Definition
The talents a person has obtained through extensive training and experience, which makes it possible for great achievements and success. Usually associated with music and/or sports
She has mad skillbility
από J. Ohnee 17 Δεκέμβριος 2007
6 Words related to skillbility

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×