n.

1) Brian
2) Someone who is skinny and tall, basically have the physical appearance of a french fry

also see: skinnyfry, dorkess
1) Brian is a skinny fry.
2) Damn, Brian is such a skinny fry.
από Sing 11 Νοέμβριος 2003

2 Words Related to skinny fry

1) Brian n.
2) Someone who is skinny and tall, basically have the physical appearance of a french fry. n.
1) Brian is a skinnyfry.
2) Damn, Brian is one skinnyfry.
από Sing 11 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×