Top Definition
The act of going for one or two drinks, then being cajoled/forced into an extended drinking session. Often followed by a night on the couch.
"I only went out to watch the football, but Matty turned up and skitenapped me."
από NealeJohnston 25 Αύγουστος 2006
5 Words related to skitenapped

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.