Top Definition
A word modifiezored from the word: struglin wich is a word.

the word measn struglingg

that word emeans having a hadr taime with somtime
Youa am skragith skrugglin wich yo spellin
από mickshake 17 Νοέμβριος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×