Top Definition
a contraction of slack and accurate, or sloppy and accurate, used by facilities managers to describe a "good enough" standard of work.
The dimensions in building 3 are pretty slaccurate.
από Ben Saari 19 Απρίλιος 2007
5 Words related to slaccurate

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×