Top Definition
An exclamation of joy for winning a significant lottery or competition.
Mindy screamed 'Slagando' as it was announced she was the winner of Twister.

Stuart jumped up and down yelling 'Slagando' as the number 13 dropped into the lotto barrel making him a millionaire.
από Skems 28 Απρίλιος 2007
5 Words related to slagando

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×