The act of sleeploading someone.
Like a wet dream, but induced by a third party. And making them cum all over themselves.
Guy 1: "Dude I totally sleeploaded Ron the other night!"
Guy 2: "No way, that is so sick dude, I bet he'll wake up disgusted!"
από Flume101 1 Νοέμβριος 2013
v. the act of sleeploading someone.
n. like a wet dream, but induced by a third party.
Man, I sleeploaded him so hard!
από FlareW 1 Νοέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×