An old British word, still used in some areas, esp. Ireland.

1. One who dribbles.
2. A messy eater
3. A lecherous man
1. Grandad is a right slobberchops.
2. Grandad is a right slobberchops.
3. Grandad is a right slobberchops.
από Jinny the Squinny 14 Μάρτιος 2005
5 Words related to slobberchops
The act of licking the side of one's own hand and karate chopping someone across the face.
Jessica just slobberchoped him across the face!
από MK76 11 Ιούνιος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×