Top Definition
Somebody addicted to getting sloshed (stumbling over drunk) every night.

An eventual alcoholic.

The typical new college student.
Johnny just got to college, and now he's a total sloshaholic.
από berzerker4734 5 Σεπτέμβριος 2006
5 Words related to sloshaholic

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.