Top Definition
The act of tobogganing while sloshed.
Matt and Eric drank a 40 of rum and went sloshbogganing.
από nigel does it too 3 Ιανουάριος 2010
9 Words related to sloshbogganing

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×