Top Definition
verb'' to see, smell, and love at one time while smoking marijuana.
2. to always feel a certain way mainly nostalgic.
EX.1 oh man this weed is fire im slovin it.
EX.2 remember that one time, oh yeah i slove it.
από mr.SLOVE 10 Νοέμβριος 2009
5 Words related to slove it

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×