Top Definition
verb. to chat slowly until the other party (or parties) involved loses interest in chatting.
I'm slow chatting this girl so she'll finally realize that i'm not interested in her.
από cool-squid 16 Απρίλιος 2007
4 Words related to slow chat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×