Top Definition
A person who has had so much sex that even the people giving away slurpee's know her
1: how did Sharen get that free slurpee
2: oh shes a slurpee bitch
1: wow what a whore
#slurpee #bitch #slut #whore #icee
από Porqupine whore 28 Μάιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×