Top Definition
Adjective. London hood youth slang. Used when one wants to remain discreet with their desires/feelings.
'I don't want McDonalds. I'm slyly craving KFC'.

'Do you miss him?' '....slyly'.
από shaksz_m 27 Νοέμβριος 2013
1 Word related to slyly

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.