v.t.
to smell or huff (an article of clothing, body part, excrement, etc.) to a sexual end.
But Melvin had a deviant, selfish reason for offering to wash his sister's laundry. He knew it would afford him ample opportunity to smelve her panties.
Etymology: smell+shelve
από sultunuvsuav 30 Νοέμβριος 2008

5 Words Related to smelve

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×