Top Definition
to ejaculate; especially on the face of the recipient
And then i had to run because i smirched in her eye.
από Niggs 8 Ιανουάριος 2006
That taylor is a real smirch.
από yeasayer 31 Δεκέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.