Top Definition
1. n. one who smokes a lot of pot.

2. n. a gathering in which a group smokes a lot of pot
1. Dude you are such a smokealotopotamus!

2. Man we're gonna go smokealotopotamus, you down?
από HottMesss 15 Μάρτιος 2010
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×