Top Definition
a deviation on snafu; something that is totally fucked up but not totally unexpected

pronounced: /snaph-fee waph-fee/
usage: noun
That was some snaffy waffy shit when that little bitch got herself knocked up.
από budious 9 Φεβρουάριος 2007
5 Words related to snaffy waffy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×