Top Definition
The act of useing the sphincter to break apart a shit, in order to make it into a size that can be managed more easily by the toilet.
Can also be used to describe the act of shitting.

"Karver went to the bathroom to snap a dizzy!"
από Drewfus02 5 Ιούλιος 2009
5 Words related to snap a dizzy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.