Top Definition
someone who is mean and has an attitude.
yo dude, that bitch got snarkily with me so i punched her in the face.
από Alison 21 Απρίλιος 2005
5 Words related to snarkily

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.