Top Definition
A form of incontinence. Or lack of bladder control
"I have an extreme case of the snittles."
από Jody Jamieson 9 Μάρτιος 2004
2 more definitions
A snittle is when you shit a little.
..... I just snittled.
από leacd189 5 Μάρτιος 2011
When you laugh so hard snot sprays out of your nose.
omg he is so funny I just snittled.
από queen_urban 1 Ιούνιος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×