Top Definition
N. Snitzle- something that is delicious and scrumptious.

word used at the end of "Oh my-" when you can't think of anything else.
"This brownie is snitzle!"
από Ohmysnitzle 14 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.