Top Definition
Snorting something torcherous.
Snorthing something up the noise that would cause pain.
EX 1: Snorthing Wasabi.
EX 2: You effin wasabi snorcher.
#snorcher #snorched #snort #snorting #snorching
από Derty-E 21 Μάιος 2006
4 Words related to snorcher
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.