Top Definition
To sleep on a friend's couch or other impromptu sleeping arrangement for indetermined amounts of time when one has no place to sleep.

My girlfriend kicked me outta her place, and I have no where to go! I've been snoreboarding at my friend's places.
από mysteryweapon 5 Ιανουάριος 2009
5 Words related to snoreboard

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×