Top Definition
A large, sudden and uncontrollable release of mucous from the sinuses. Usually a chronic and embarassing event amongst those who ail from it.
She snortblasted in the congress building once, so we pretended that we didn't know her.
από CalaBoca 5 Οκτώβριος 2009
11 Words related to snortblast

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×