Top Definition
Adjective. Amusing with a tinge of irony, indignation, derision, or incredulity; contemptuous mockery expressed by suddenly expelling breath through the nostrils, often accompanied by an eye-roll and feigned smile/bared teeth.
"It was snortingly funny that the road rager who cut me off had a 'namaste' bumper sticker."
από Auntie's Helmet 3 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×