Top Definition
The act of pushing snot around from the outside of one's nostrils to reduce discomfort in the near term, affording the option to wait until a nose picking opportunity arises.
Hey, the guy in the next car is snot pocketing.
από Waldo Schwartz 29 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.