Top Definition
A snot whistle is the whistling sound created when the nasal cavity can let only a small amount of air through the nostrils, thus creating an aerophone.
John: Is someone whistling quietly?
Bill: Nah, man. I've had a cold all week and now I have snot whistle.
από Jimbo Jimmy James 14 Δεκέμβριος 2009
6 Words related to snot whistle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×