Top Definition
noun; a danish built sled with dooblers on the bottom which enables the sled to dooble across snow.
I will make it down that hill faster if I ride my SNOW DOOBLER!
από Kron Master D 2 Φεβρουάριος 2009
4 Words related to snow doobler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×