1.The act of having small casual sex to fullblown intercourse.
2.Having sex with one person to having sex with random and possibly multiple partners.
1.Nathan threw a snowball of sex at Will and he couldn't handle it.
2.That girls gone a snowball of sex. She's basically a free prostitute now.
από Kaiine Joshua Sims 5 Δεκέμβριος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×