Top Definition
Adjective. A brief state of being grumpy and pouty that easily comes and goes throughout the day when something minor but upsetting happens.
They only had vanilla ice cream at the store so Dan was a little snumpers.
από resibows 5 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.