1) Verb - The act of a person or animal frothing at the mouth and emitting small noises.

2) Verb - The noise a small animal makes while breathing in and out during sleep.
"A rabid dog bit me outside my house; "; hours later, I began to snurble all over myself while I was passed out in a ditch."

"My puppy always snurbles through the night when he sleeps."
από plunderous 1 Αύγουστος 2007

5 Words Related to snurble

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×