Top Definition
The act of masturbating in the shower with soap. Also known as 'making' soap donkeys.
David has been in the shower for quite a while, he must be making soap donkeys.
από soapdonkey 7 Ιούλιος 2014
5 Words related to soap donkey

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×