n. A person who voluntarily removes themselves from social situations, or society altogether.
"Dear Diary,
I've decided to become a social recluse. So far, I've lowered my friend count down to a 50 something woman named Robyn, with a 'Y.'"
από Ironic Ian 10 Ιούλιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×