Top Definition
One who, because of an obsessive compulsive disorder, fears the sound of his urine being heard by others. The result: he urinates with his dick in the toilet water.
Johnny's a sotcher, he hates it when people hear him pee.
από Landon Buckingham 7 Αύγουστος 2007
5 Words related to sotcher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.