Top Definition
To damage property either intentionally or unintentionally. A short-form of the word "souvenir". This term originated in Port Hope Ontario.
Ex. A house gets eggs thrown at it on Halloween night, "Oh buddy, I just laid the biggest souvy on that house!"

You accidentally spill grape juice on your friend's white shirt, "Laura! You just souvied my shirt!"

από Jen Cattell (Schlumberger) 18 Μάιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×