Top Definition
1. to get owned through facebook
2. to have one's party busted through facebook
Oh man, we totally got spaked!
από novo1885 26 Οκτώβριος 2008
1 more definition
someone who continuously slaps there for head also known as a woodison slappa
a man walks down a road continuously slapping his head his name is mark woodison called a spak ed
από dj brettista 13 Οκτώβριος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×