Top Definition
greek word - literally "ball breaker." Used to describe somone who is a complete and total pain in the ass or annoyance.
Jeff's girlfriend is a total spasarhidi. She calls him every five minutes and flips out if she doesn't know where he is.
από greekmonkey 15 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.