Top Definition
The act of spazzing. Cause by spazztastical objects, such as fangirl's favourite lust objects. Ahem, you know who they are.
"Franz videos are always an occasion for severe spazzation." - Jess
από Jules 4 Μάρτιος 2005
2 Words related to spazzation

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×