Top Definition
Past tense of Specialfy. The act of making something special in that short bus kinda way.
yay, we is myspace friends! I feel specialfied!
#r-tards #retards #short bus #my space #specialize #special
από Diki_D 30 Νοέμβριος 2007
6 Words related to specialfied
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×