Top Definition
combination of speculate and conjecture. To participate in determining the truthiness of a given situation in an often irresponsible fashion.
Nancy Grace, a pompous ass, was participating in specujecture over the whereabouts of the kidnapped triplets.
από scknurr 12 Ιούνιος 2008
6 Words related to specujecture

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.